Η υπερομοκυστεϊναιμία (δηλαδή η αύξηση της ομοκυστεΐνης στο αίμα) προκαλεί βλάβη στο αγγειακό ενδοθήλιο και συμμετέχει στον σχηματισμο θρομβων. Έτσι αποτελεί παράγοντα κινδύνου για την καρδιαγγειακή νόσο ( αρτηριοσκλήρωση, στένωση των καρωτίδων, στεφανιαίας νόσου, εγκεφαλικού επεισοδίου, περιφερικής αγγειακής νόσου και φλεβικής θρόμβωσης).Επίσης μπορει να ειναι η αιτια για ανωμαλίες του νευρικού σωλήνα(NTDs), κάθ έξιν αποβολών, έμφρακτο του πλακούντα και μειωμένη γνωστική λειτουργία σε ηλικιωμένους ασθενεις. 

Η ομοκυστεΐνη είναι ένα αμινοξύ που προκύπτει από τον μεταβολισμό της μεθειονίνης.

Ο μεταβολισμός της μεθειονίνης επηρεάζεται τόσο από γενετικούς παράγοντες όσο και από τα επίπεδα των βιταμινών του συμπλέγματος Β (κοβαλαμίνη,πυριδοξίνη, φολικό οξύ και ριβοφλαβίνη).Επιπλέον ορισμένα φάρμακα για τη μείωση των λιπιδίων, η μετφορμίνη (φάρμακο για τους διαβητικούς), τα αντιπαρκινσονικά φάρμακα αυξάνουν τα επίπεδα της ομοκυστεΐνης.

Η υπερομοκυστεϊναιμία διαφέρει σημαντικά μεταξύ των ανθρώπων:

Εξαρτάται από την αύξηση της ηλικιας, το ανδρικό φύλο, το κάπνισμα, την κατανάλωση καφέ, την υπέρταση, την δυσλιπιδαιμία, την υψηλή κρεατινίνη (νεφρική δυσλειτουργία) και την ελλιπή διατροφή. 

Αντιθέτως η φυσική δραστηριότητα, η μέτρια κατανάλωση αλκοόλ, η διατήρηση σε φυσιολογικά επίπεδα του φολικού οξέος και της βιταμίνης B12 σχετίζονται με χαμηλότερα επίπεδα ομοκυστεΐνης.

Πηγές της Β12 και φολικου οξεος  στη διατροφή μας είναι τα φρούτα,τα λαχανικά, τα προϊόντα ολικής άλεσης και τα γαλακτοκομικά με λίγα λιπαρά. Σε περίπτωση που δεν λαμβάνεται με τη διατροφή μας αρκετή ποσότητα φολικού οξέος και βιταμινών του συμπλέγματος Β συνιστάται η λήψη των αντιστοιχων συμπληρωμάτων.

Οι χορτοφάγοι είναι πιθανόν να διατρέχουν αυξημένο κίνδυνο υπερομοκυστεϊναιμία λόγω των χαμηλών επιπέδων της βιταμίνης B12. 

Η ομοκυστεΐνη διακρίνεται σε δύο τύπους τη σπάνια αλλά σοβαρή μορφή που οφείλεται σε σημαντικές γενετικές μεταλλάξεις των ενζύμων που εμπλεκονται στο μεταβολισμο της ομοκυστεΐνης και την συχνότερη που σχετιζεται με γενετικούς και περιβαλλοντικούς παράγοντες. 

Εάν ένας ασθενής έχει ισχυρό οικογενειακό ιστορικό για πρώιμη αθηρωμάτωση ή συγγενής του έχει διαγνωσθεί με υπερομοκυστεϊναιμία τότε θα πρέπει να διερευνηθεί η ύπαρξη μεταλλάξεων των γονιδίων MTHFR, C677T και  A1298C. Οι ομοζυγώτες για τη μετάλλαξη C677T ενδέχεται να έχουν υπερομοκυστεϊναιμία σε περίπτωση διατροφικής έλλειψης φυλλικού οξέος, και με συνύπαρξη και άλλων παραγόντων κινδύνου υπαρχει 3 φορές περισσότερος κίνδυνος για πρώιμες καρδιαγγειακές παθήσεις. Όσον αφορά τους ετεροζυγώτες δεν έχει περιγραφεί σαφής κλινικός φαινότυπος. [PMID 8554066]. Το Τ αλλήλιο έχει επίσης χαρακτηριστεί ως ανεξάρτητος παράγοντας κινδύνου υπέρτασης [PMID 17726486].

Η μετάλλαξη A1298C δεν φαίνεται να επιδρά στη λειτουργία της πρωτεΐνης MTHFR συνεπώς δεν μεταβάλλονται τα επίπεδα της ομοκυστεΐνης παρουσία της συγκεκριμένης μετάλλαξης.

Οι σύνθετοι ετεροζυγώτες για τις μεταλλάξεις  C677T και A1298C παρουσιάζουν όμοιο κλινικό φαινότυπο με τους ομοζυγώτες για τη μετάλλαξη C677T, με υψηλότερα επίπεδα ομοκυστεΐνης και μειωμένα επίπεδα φολικού οξέως στο πλάσμα. Οι σύνθετοι ετεροζυγώτες έχουν επίσης 2 φορές περισσότερες πιθανότητες να αναπτύξουν σύνδρομο νευρικού σωλήνα [PMID 9545395]

Η ομοκυστινουρία είναι μία κληρονομική ασθένεια κατά την οποία υπάρχει έλλειψη των ενζύμων που βοηθούν στον έλεγχο των επιπέδων της ομοκυστεΐνης.Τα ατομα με την έλλειψη αυτη  πάσχουν από σοβαρά καρδιαγγειακά νοσήματα από νεαρή ηλικία.

Υπάρχουν διάφοροι τύποι χωρίς συγκεκριμένα ονόματα, αλλά διακρίνονται με βάση των  συμπτωμάτων τους. Τα βρέφη που πάσχουν από την κοινή μορφή γενικά βιώνουν ήπια συμπτώματα. ή ακομη και να μην εμφανίσουν καθόλου συμπτώματα που απαιτούν θεραπεία έως ότου μεγαλώσουν. Ωστόσο, λιγότερο κοινές μορφές της διαταραχής προκαλούν σοβαρά αναπτυξιακά προβλήματα, ακόμη και νοητική υστέρηση.

Περισσότερες από 150 μεταλλάξεις έχουν ταυτοποιηθεί στο γονίδιο της β-συνθάσης της κυσταθειονίνης (CBS gene) που αποτρέπουν τη φυσιολογική λειτουργία του γονιδίου και προκαλούν συσσώρευση ομοκυστεΐνης και άλλων τοξινών. Αποτέλεσμα αυτού είναι η πρόκληση βλάβης στο νευρικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένου του εγκεφάλου, καθώς και στό αγγειακό σύστημα.Σε σπάνιες περιπτώσεις μεταλλαξεις και σε άλλα γονίδια, όπως τα MTHFR, MTR ή MTRR έχουν τις ίδιες επιπτωσεις.

Η ομοκυστινουρία κληρονομείται με αυτοσωμικό υπολειπόμενο χαρακτήρα. Αυτό σημαίνει ότι, για να εμφανίσει ένα παιδί συμπτώματα της ασθένειας, θα πρέπει να κληρονομήσει ένα μεταλλαγμένο γονίδιο από τον κάθε γονέα.

Τα συμπτώματα θα εξαρτηθούν από τον τύπο της ομοκυστεΐνουρία. Γενικά αναπτύσσονται κατά τη διάρκεια των πρώτων χρόνων της ζωής του ατόμου. Όμως, κάποια άτομα παρουσιάζουν συμπτώματα κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής. Τα συμπτώματα είναι γενικά μη ειδικά και δύσκολο να εντοπιστούν. 

Οι πιο κοινές μορφές της διαταραχής μπορεί να περιλαμβάνουν τα ακόλουθα συμπτωματα: Εκτοπία των φακών στους οφθαλμούς,Μυωπία,Θρόμβους αίματος,Οστεοπόρωση,Μαθησιακές δυσκολίες,Αναπτυξιακά προβλήματα Παραμορφώσεις του θώρακα, Μακριά και λεπτά χέρια και πόδια.

Διάγνωση της ομοκυστεΐνουρίας

Ο γιατρός μπορεί να ζητήσει μία σειρά διαγνωστικών εξετάσεων για να καθορίσει εάν το παιδί πάσχει από ομοκυστινουρία. Οι εξετάσεις αυτές περιλαμβάνουν:

  • Γενετικό έλεγχο για την αναζήτηση ενός γονιδίου που εμπλέκεται στη διαταραχή.
  • Έλεγχο αμινοξέων στο αίμα και στα ούρα για τον εντοπισμό υπερβολικής ομοκυστεΐνης.
  • Μέτρηση οστικής πυκνότητας(μέθοδος DEXA).

Θεραπεία

Δεν υπάρχει ίαση για την ομοκυστινουρία. Υψηλές δόσεις βιταμίνης Β-6 αποτελούν αποτελεσματική θεραπεία για περίπου μισούς από τους ασθενείς. Αν ανταποκριθείτε καλά σε αυτή τη θεραπεία, είναι πιθανό ότι θα χρειαστεί να λαμβάνετε καθημερινά συμπλήρωμα βιταμίνης Β-6 για το υπόλοιπο της ζωής σας.

Έκβαση

Ποια είναι η μακροπρόθεσμη έκβαση ενός παιδιού με ομοκυστινουρία;
Προς το παρόν, δεν υπάρχει διαθέσιμη ίαση για τη διαταραχή. Όμως, περίπου μισά από τα άτομα που διαγιγνώσκονται με τη νόσο παρουσιάζουν βελτίωση ύστερα από τη λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης Β-6. Τα βρέφη και τα παιδιά που διαγιγνώσκονται σε μικρή ηλικία παρουσιάζουν θετικά αποτελέσματα από μία διατροφή χαμηλή σε μεθειονίνη. Θεωρείται πως αυτή η διατροφή βοηθά στην πρόληψη ορισμένων τύπων πνευματικών αναπηριών και περαιτέρω επιπλοκών. Ακόμη και με την κατάλληλη θεραπεία, μπορεί να παρουσιάσετε σοβαρές επιπλοκές. Βρίσκεστε σε κίνδυνο θρόμβων του αίματος εάν έχετε μόνιμα υψηλά επίπεδα ομοκυστεΐνης. Για αυτό, θα πρέπει να ακολουθείτε πιστά το θεραπευτικό πλάνο και να κάνετε τα προγραμματισμένα τακτικά ραντεβού με το γιατρό σας. Αυτό θα βοηθήσει το γιατρό να ελέγχει τη θεραπεία σας και να αποτρέψει τυχόν επιπλοκές.

Πρόληψη

Η διαταραχή εμφανίζεται ως αποτέλεσμα γενετικών μεταλλαγών,για αυτό, δεν μπορεί να προληφθεί. Θα μπορούσατε (κυρίως οι μέλλοντες γονείς) να επισκεφθείτε ένα γενετικό σύμβουλο αν έχετε οικογενειακό ιστορικό ομοκυστεΐνουρίας.

Οι γυναίκες με ομοκυστεϊνουρία πρέπει να αποφεύγουν την χρήση των αντισυλληπτικών και συνιστάται προφυλακτική αντιπηκτική αγωγή στη διάρκεια του 3ου τριμήνου της κύησης και μετά τον τοκετό, για να μειωθεί ο κίνδυνος θρομβοεμβολισμού.

Συμπερασματικά:

Αύξηση της ομοκυστεΐνης προκαλεί η κατανάλωση αλκοόλ, η νόσος Αλτσχάιμερ, ο καρκίνος,τα καρδιαγγειακά νοσήματα (αθηροσκλήρωσης και υπερπηκτικότητα του αίματος) η επιληψία, η ωοθυλακικη φάση εμμήνου κύκλου, η γιγαντοκυτταρική αρτηρίτιδα, ο υποθυρεοειδισμός, η υπογλυκαιμία, μεταβολικές ανωμαλίες, το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών, η ρευματική πολυμυαλγία, η ψωρίαση, η χρόνια νεφρική ανεπάρκεια, η σχιζοφρενεια, η ανεπάρκεια βιταμινών του συμπλέγματος Β και φολικου οξέος και ορισμένα φάρμακα για τη μείωση των λιπιδίων, η μετφορμίνη (φάρμακο για τους διαβητικούς) και τα αντιπαρκινσονικά φάρμακα.

Μειωμενα επιπεδα ομοκυστεινης βρίσκουμε στον υπερθυρεοειδισμό και σε υψηλα επιπεδα φολικου οξέος και βιταμίνης B12.