Το ΠΑΠ-Τεστ (τεστ Παπανικολάου) γινεται για να διαγνώσει αρκετά νωρίς τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας έτσι ώστε να ανευρίσκεται σε θεραπεύσιμα στάδια.  Είναι ο μόνος τρόπος να ελεγχθούν πρώιμες αλλαγές στα κύτταρα του τραχήλου της μήτρας που μπορούν να οδηγήσουν σε καρκίνο.

Ο γιατρός με την  βοήθεια ενός κολποδιαστολέα (πλαστικό εξάρτημα μιας χρήσης αποστειρωμένο που διαστέλλει τα τοιχώματα του κόλπου)  και με μία μικροσκοπική βούρτσα θα σκουπίσει ήπια μερικά από τα κύτταρα του τραχήλου. Οι περισσότερες γυναίκες δεν αισθάνονται τίποτα ή το πολύ να αισθανθούν μία μικρή ενόχληση ή ένα κάψιμο το οποίο σε λίγο θα εξαφανιστεί.

Τα κυτταρα τοποθετούνται σε μία μικρή γυάλινη επιφάνεια (πλακάκι) ή σε ένα μπουκαλάκι (τεστ Παπ υγρής φάσης) και στέλνονται στο εργαστήριο. Ο κυτταρολόγος θα εξετάσει και θα δώσει την απάντησή αναλυτικά με όλα τα ευρήματα και για καλύτερη κατανόηση το συμπέρασμα των ευρημάτων αυτών.

 

Υπάρχουν δύο ειδών Παπ-τεστ το κλασικό  και το Παπ-τεστ υγρής φάσης.

 

Για το υγρής φάσης τεστ η διαδικασία είναι η ίδια. Η μόνη διαφορά είναι ότι αντί να επιστρωθει σε γυάλινο πλακάκι το δείγμα, κόβεται η κεφαλή από το βουρτσάκι της λήψης και τοποθετείται σε ένα ειδικό φιαλίδιο με διάλυμα συντήρησης. Με τον τρόπο αυτόν στο εργαστήριο μεταφέρεται το 100% του υλικού της λήψης χωρίς απώλειες. Υπολογίζεται ότι με αυτό τον τρόπο η ακρίβεια στη διάγνωση μπορεί να φτάσει μέχρι και 25% περισσότερο σε σύγκριση με το κλασικό τεστ Παπ.

Στο εργαστήριο γίνεται επεξεργασία με ειδικό μηχάνημα που απομονώνει ταχύτατα τα κυτταρα από το υγρό και τις άλλες προσμίξεις (βλεννη, αίμα και λοιπά). Μετά πάλι με τη βοήθεια μηχανήματος  επιστρώνονται σε πλακίδιο σε μονή επιστρωση .Ετσι αποφεύγεται η αλληλοεπικάλυψη των κυττάρων που συμβαίνει στο κλασικό τεστ παπ.

Το παπ τεστ υγρής φάσης υπερτερεί επισης του κλασικού γιατί σε περίπτωση που κριθεί απαραίτητο μπορούν να πραγματοποιηθούν επιπλέον εξετάσεις στο ίδιο δείγμα όπως ανίχνευση και τυποποίηση του ιού των ανθρωπίνων θηλωμάτων (HPV) και η ταυτοποίηση παραγόντων φλεγμονής (χλαμύδια, ουρεόπλασμα, μυκόπλασμα, έρπης κ.α.).

Επισημαίνεται επίσης ότι το κλασικό τεστ Παπ παρουσιάζει ένα σχετικό υψηλό ποσοστό 15-70% ψευδώς αρνητικών αποτελεσμάτων και ένα μικρότερο μεν αλλά σημαντικό 5-15% ψευδών θετικών αποτελεσμάτων. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι κατα την επίστρωση στο γυάλινο πλακίδιο σημαντικός αριθμός κυττάρων και υλικού της λήψης δεν επιστρώνονται σωστά ή απορρίπτονται.

 

Το παπ-τεστ πρέπει να γίνεται:

Εάν είστε υγιής μία φορά το χρόνο την πρώτη εβδομάδα μετά την περίοδο.

Μετά την εμμηνόπαυση κάθε δύο χρόνια εάν τα προηγούμενα τεστ ήταν φυσιολογικά.

Μετα από θεραπεία κολπίτιδας ή τραχηλίτιδας αφου ομως περάσουν 15 μέρες μετα το τελος της.

Στα παθολογικά τεστ θα πρέπει να συμβουλευόμαστε τον γιατρό για τη συχνότητα που πρέπει να τα επαναλάβουμε.