Ελονοσία ή Malaria: mala + aria : «κακός αέρας»

Η ονομασία του συγκεκριμένου νοσήματος αποδίδεται στην πεποίθηση που υπήρχε παλαιότερα πως η ελονοσία οφειλόταν στο σύννεφο δηλητηριωδών υδρατμών που συγκεντρώνονταν πάνω από τα έλη και τους βάλτους και το οποίο μεταφερόταν κάνοντας τους ανθρώπους να νοσούν. Ουσιαστικά, οι συγκεκριμένες τοποθεσίες αποτελούν τα μέρη αναπαραγωγής και ανάπτυξης των υπεύθυνων για τη μετάδοση κουνουπιών.

Η ελονοσία είναι παρασιτική νόσος που οφείλεται στο πλασμώδιο της ελονοσίας (Plasmodium falciparum, P. vivax, P.ovale και P. Malariae) και μεταδίδεται στον άνθρωπο μέσω μολυσμένων κουνουπιών Anopheles. 

Τρόποι μετάδοσης της νόσου.

Κύριος τρόπος μετάδοσης:

  • Είναι το τσίμπημα από ένα μολυσμένο θηλυκό κουνούπι του γένους των ανωφελών το οποίο προηγουμένως είχε τσιμπήσει ένα μολυσμένο με ελονοσία άτομο. 

Λιγότερο συχνοί τρόποι μετάδοσης:

  • μετάγγιση μολυσμένου αίματος.
  • μεταμόσχευση.
  • μολυσμένες βελόνες.
  • από τη μητέρα στο έμβρυο στη διάρκεια της εγκυμοσύνης.

ΔΕ ΜΕΤΑΔΙΔΕΤΑΙ ΑΜΕΣΑ ΑΠΟ ΑΝΘΡΩΠΟ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟ –

ΑΠΑΙΤΕΙΤΑΙ Η ΜΕΣΟΛΑΒΗΣΗ ΤΟΥ ΚΟΥΝΟΥΠΙΟΥ

ΠαγκοσμΊως καταγράφονται περίπου 500.000.000 περιστατικά ελονοσίας ετησίως.Στην Ελλάδα έχουμε περίπου 30-50 περιστατικά το χρόνο. Τα τελευταία όμως χρόνια έχουμε σημαντική αύξηση των περιστατικών λογω τουριστών σε χώρες υψηλής ενδημικότητας, και επίσης λόγω προσφύγων ή μεταναστών (εισαγόμενη ελονοσία)από τις χώρες αυτές.

Μετάδοση & κύκλος ζωής του παρασίτου στον άνθρωπο και στο κουνούπι.

Τα κουνούπια χαρακτηρίζονται ως «χορτοφάγα» καθώς προτιμούν να τρέφονται με νέκταρ και χυμούς από φρούτα. Κατά τη διάρκεια της κυοφορίας όμως, αναζητούν να τραφούν με ανθρώπινο αίμα καθώς θέλουν να χρησιμοποιήσουν τα θρεπτικά του συστατικά για την ανάπτυξη των αυγών τους.

Όταν ένα μολυσμένο κουνούπι τσιμπήσει ένα υγιές άτομο, τα παράσιτα περνούν στην κυκλοφορία του αίματος του ατόμου με τη μορφή σποροζωιτών οι οποίοι φτάνουν μέσα σε λίγα λεπτά στο ήπαρ και εισέρχονται στα κύτταρά του. Εκεί αναπτύσσονται και πολλαπλασιάζονται, δημιουργώντας τους λεγόμενους σχιστοζωίτες από τους οποίους προκύπτουν οι μεροζωίτες που στη συνέχεια απελευθερώνονται στην κυκλοφορία. Οι μεροζωίτες προσβάλλουν στη συνέχεια τα ερυθρά αιμοσφαίρια. Εκεί αναπτύσσονται και πολλαπλασιάζονται και τελικά προκαλούν ρήξη των ερυθροκυττάρων που έχει σαν αποτέλεσμα τη μαζική καταστροφή ερυθροκυττάρων, την απελευθέρωση στην κυκλοφορία χιλιάδων μεροζωιτών και τελικά την εμφάνιση συμπτωμάτων της νόσου. Σε μερικά όμως, μολυσμένα ερυθροκύτταρα , ακολουθούν ένα άλλο μονοπάτι εξελισσόμενα στα λεγόμενα γαμετοκύτταρα τα οποία παραμένουν στο ανθρώπινο αίμα για κάποιες μέρες και μπορούν να αναρροφηθούν από ένα άλλο κουνούπι σε ένα επόμενο τσίμπημα και να το μολύνουν. Τα γαμετοκύτταρα, μέσα στον οργανισμό του κουνουπιού, αναπτύσσονται σχηματίζοντας σποροζωίτες κι έτσι ολοκληρώνεται ένας κύκλος ζωής του παρασίτου ενώ ένας επόμενος θα ξεκινήσει όταν αυτό το μολυσμένο κουνούπι θα θελήσει να τσιμπήσει έναν άλλο άνθρωπο στον οποίο και θα μεταφέρει το παράσιτο.

Η νόσος της ελονοσίας μπορεί να εκδηλωθεί από ένα μήνα μέχρι και ένα χρόνο μετά μόλυνση ανάλογα με το είδος του πλασμωδίου.  

Τα συμπτώματα συχνά στην έναρξη της νόσου είναι μη ειδικά: 

Πυρετός ή δεκατική πυρετική κίνηση, ρίγος, κεφαλαλγία, μυαλγίες, αρθραλγίες, καταβολή, εφιδρώσεις και γαστρεντερικές διαταραχές. 

Σοβαρή επιπλεγμένη νόσος εμφανίζεται όταν συνυπάρχουν βαρύτερες εκδηλώσεις όπως νευρολογικές επιπλοκές, οργανική ανεπάρκεια ή  αιματολογικές διαταραχές.

Διάγνωση. Συνεκτιμώνται το ιστορικό, η κλινική εικόνα καθώς και τα εργαστηριακά ευρήματα (αναιμία/θρομβοπενία, αύξηση τρανσαμινασών και χολερυθρίνης, ήπιες διαταραχές πήξης).

Βέβαια ο κλασικός τρόπος διάγνωσης ελονοσίας είναι η μικροσκοπική εξέταση λεπτής και παχιάς σταγόνας αίματος, ενώ τελευταία υπαρχει και η δυνατοτητα και μοριακής μεθόδου ανίχνευσης του πλασμωδίου (PCR). 

Η χημειοπροφύλαξη αποτελεί τον πιο αποτελεσματικό τρόπο πρόληψης της  νόσου, και πρέπει να  χορηγείται πριν, κατά και μετά την επιστροφή από το ταξίδι. Η επιλογή του ανθελονοσιακού φαρμάκου (χλωροκίνη, ατοβακόνη-προγουανίλη, μεφλοκίνη, δοξυκυκλίνη, πριμακίνη) γίνεται με βάση τα δεδομένα αντοχής στα ανθελονοσιακά στον τόπο προορισμού , υποκείμενα νοσήματα την ηλικία και το χρόνο παραμονής στο εξωτερικό.

Η λήψη προληπτικών μέτρων για την προστασία από τσιμπήματα κουνουπιών κατά τη διάρκεια ταξιδιού σε περιοχές όπου ενδημεί η ελονοσία, είναι ζωτικής σημασίας .

Μέτρα ατομικής προστασίας από κουνούπια και σκνίπες

Στην Ελλαδα τελευταια έχει καταγραφεί η παρουσία νοσημάτων όπως ο ιός του Δυτικού Νείλου, η ελονοσία και ο δάγκειος πυρετός που μεταδίδονται στους ανθρώπους κυρίως με το τσίμπημα από μολυσμένα κουνούπια ή σκνίπες.Για το λόγο αυτό, πέρα από τα προγράμματα καταπολέμησης κουνουπιών που υλοποιούνται κατά περιοχή, είναι απαραίτητη η λήψη ατομικών μέτρων όπως:

Χρήση κατάλληλων ενδυμάτων. Ρούχα που καλύπτουν όσο περισσότερο γίνεται το σώμα, κατά προτίμηση ανοιχτόχρωμα και φαρδιά.

Χρήση εντομοαπωθητικών (αντικουνουπικά) για τα ακάλυπτα μέρη του σώματος και στα ρούχα. Ο χρόνος δράσης τους είναι από 1 έως 4-5 ώρες, ανάλογα με την περιεκτικότητα σε δραστική ουσία. Κατά την εφαρμογή τους θα πρέπει να ακολουθούνται οι οδηγίες χρήσης τους. Να μην απλώνονται σε ερεθισμένο ή με πληγές δέρμα. Αν υπάρξει ερεθισμός διακόπτεται η χρήση του. Στα παιδιά η επάλειψη πρέπει να γίνεται από ενήλικα. Τα εντομοαπωθητικά απλώνονται μετά από το αντηλιακό.

Προσοχή από το σούρουπο μέχρι το χάραμα, ώρες κατά τις οποίες τα περισσότερα είδη κουνουπιών τσιμπούν.

Χρήση αντικουνουπικών πλεγμάτων (σίτες) στα ανοίγματα του σπιτιού (παράθυρα, φεγγίτες, αεραγωγούς τζακιού).

Χρήση εντομοκτόνων στον αέρα: αεροζόλ, ταμπλέτες, εξατμιζόμενο διάλυμα, σπιράλ (φιδάκι). Αυτά δεν πρέπει να εφαρμόζονται στο δέρμα.

Χρήση κουνουπιέρας κατά τον ύπνο, κυρίως των παιδιών, σε περιοχές με μεγάλη πυκνότητα κουνουπιών.

Χρήση ανεμιστήρα ή κλιματιστικού. Ο δροσερός αέρας μειώνει τη δραστηριότητα των κουνουπιών, αλλά δεν τα σκοτώνει. Η χρήση ανεμιστήρων δυσχεραίνει την προσέγγιση των εντόμων.

Χρήση λαμπτήρων κίτρινου χρώματος για τον φωτισμό εξωτερικών χώρων (προσελκύουν λιγότερο τα κουνούπια).