H Αρτηριακή πίεση (ΑΠ) είναι η πίεση που ασκεί το αίμα στο εσωτερικό τοίχωμα των αρτηριών. Καταγράφεται με δύο αριθμούς, π.χ. 150/95 και μετριέται σε χιλιοστά στήλης υδραργύρου. Ο μεγαλύτερος αριθμός αποτελεί την «συστολική» πίεση, η οποία είναι γνωστή και ως «μεγάλη» πίεση και είναι που αυτή που ασκείται κατά τη διάρκεια της σύσπασης της καρδιάς.Ο μικρότερος αριθμος ειναι η «διαστολική» πίεση, γνωστή και ως «μικρή» και είναι αυτη που ασκείται στο διάστημα μεταξύ των συσπάσεων της καρδιάς( στη διαστολή ).

Ως Αρτηριακή πίεση καθορίζεται ο μέσος όρος των δύο τελευταίων μετρήσεων σε τρείς μετρήσεις που θα πραγματοποιηθούν με διαφορά 1–2 λεπτών μεταξύ τους.Πριν την πρώτη μέτρηση οι ασθενείς θα πρέπει να παραμένουν σε ήσυχο περιβάλλον και σε άνετη καθιστή θέση, για τουλάχιστον 5 λεπτά.

Η ταξινόμηση της Αρτηριακής πίεσης (ΑΠ) για τους ενήλικες είναι η εξής:

Ιδανική πίεση: συστολική πίεση κάτω από 120 mmHg και διαστολική κάτω από 80 mmHg.

Προϋπέρταση: συστολική πίεση 120 – 129 mmHg και/ή διαστολική 80 – 84 mmHg.

Υψηλή φυσιολογική: συστολική πίεση 130 – 139 mmHg και/ή διαστολική 85 – 89 mmHg ή και τα δύο.

Υπέρταση: συστολική πίεση πάνω από 140 mmHg ή διαστολική πάνω από 90 mmHg ή και τα δύο.

Αν κάποια από τις δύο τιμές της μέτρησης βρίσκεται πάνω από αυτά τα όρια, τότε η κατάσταση  χαρακτηρίζεται ως υπέρταση, ανεξάρτητα αν η άλλη είναι φυσιολογική.

Η συστολική ΑΠ είναι η πιο σημαντική. 

Ένας στους τρεις ενήλικες παγκοσμίως εμφανίζει υπέρταση, οπότε έχει αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης επιπλοκών. Στη χώρα μας το ποσοστό του γενικού πληθυσμού που πάσχει από αρτηριακή υπέρταση είναι κατά μέσο όρο 20% (17,71 στους άνδρες και 22,49%,στις γυναίκες).

Η πιθανότητα εμφάνισης της αρτηριακής υπέρτασης αυξάνει με την ηλικία. Μετά τα 65, ένα στα δύο άτομα είναι υπερτασικό.

Η υπέρταση ευθύνεται σε παγκόσμιο επίπεδο για το 50% του συνόλου των θανάτων από αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια και καρδιοπάθειες (στεφανιαία νόσος και εμφράγματα) νεφρική  ανεπάρκεια,απόφραξη των αρτηριών των ποδιών και αιφνίδιο θάνατο.

Για κάθε 20 mmHg αύξησης της συστολικής πίεσης ή 10 mmHg αύξησης της διαστολικής, διπλασιάζεται ο κίνδυνος θανάτου από εγκεφαλικό επεισόδιο ή έμφραγμα. Δηλαδή, συστολική πίεση 150 mmHg σημαίνει διπλάσιο κίνδυνο από όσο συστολική πίεση 130 mmHg και διαστολική πίεση 90mmHg διπλάσιο κίνδυνο από όσο διαστολική πίεση 80 mmHg.

Εάν η αρτηριακή υπέρταση παραμείνει αρρύθμιστη, μπορεί να προκαλέσει επίσης καρδιακές αρρυθμίες, καρδιακή ανεπάρκεια και απώλεια όρασης. Ο κίνδυνος εμφάνισης επιπλοκών είναι γενικά μεγαλύτερος αν συνυπάρχουν άλλα νοσήματα ή καταστάσεις που προσβάλλουν τα αγγεία (ο σακχαρώδης διαβήτης, η υψηλή χοληστερόλη, το κάπνισμα).

Σε ποσοστό 90 – 95% των περιπτώσεων η υπέρταση χαρακτηρίζεται ως ιδιοπαθής, και οφείλεται σε:

  • Κληρονομικούς παράγοντες.
  • Αυξημένο σωματικό βάρος.
  • Καθιστική ζωή.
  • Υπερβολική πρόσληψη αλατιού.
  • Αυξημένο άγχος.
  • Αρτηριοσκλήρυνση.

Η υπέρταση χαρακτηρίζεται ως δευτεροπαθής, όταν οφείλεται σε κάποια άλλη πάθηση. Οι παθήσεις που ενοχοποιούνται για την εκδήλωση δευτεροπαθούς υπέρτασης είναι:

  • Νεφροπάθεια.
  • Στένωση των νεφρικών αρτηριών.
  • Υπνική άπνοια.
  • Διαταραχές των αιμοφόρων αγγείων.
  • Δυσλειτουργίες του θυρεοειδούς αδένα.
  • Προεκλαμψία (κατά την εγκυμοσύνη).

Συμπτώματα της υπέρτασης:

Στην πλειοψηφία των περιπτώσεων η υπέρταση δεν δίνει ενοχλήματα. Ενοχλήματα δίνουν οι επιπλοκές της, γι’ αυτό και η υπέρταση χαρακτηρίζεται από τον ιατρικό κόσμο ως «silent killer» (σιωπηλός δολοφόνος).

Συνήθη συμπτώματα είναι: 

Ινιακή κεφαλαλγία, δηλαδή πονάει το κεφάλι μας πίσω και κάτω, Άτομα ειδικά κάποιας ηλικίας πολλές φορές παρερμηνεύουν τον πόνο ως πρόβλημα του αυχένα.Το συγκεκριμένο σύμπτωμα όμως θα πρέπει να βάλει σε υποψία το πάσχον άτομο και να το οδηγήσει σε μέτρηση της πίεσης του.

Δύσπνοια κατά την προσπάθεια. 

Βάρος στο στήθος. 

Εύκολη κόπωση.

Αίσθημα παλμών. 

Γιατί πρέπει να ρυθμίζεται η υπέρταση;

Εάν δεν ρυθμιστεί, αυξάνεται ο κίνδυνος να προκύψουν καρδιαγγειακά νοσήματα όπως:

  • Στεφανιαία νόσος.
  • Εμφραγμα του μυοκαρδίου.
  • Ασυμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια.

Επιπλέον υπερδιπλασιάζεται ο κίνδυνος να προκύψουν:

  • Ισχαιμικά και αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια.
  • Ανεύρυσμα αορτής.
  • Χρόνια νεφρική ανεπάρκεια.
  • Βλάβες στον αμφιβληστροειδή.
  • Εμφάνιση άνοιας.

 

Πώς ρυθμίζεται η υπέρταση;

Κατ αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι η υπέρταση «δεν θεραπεύεται» όπως π.χ. η πνευμονία. Η υπέρταση ρυθμίζεται, έτσι ώστε η πίεση να ελαττωθεί στα φυσιολογικά για την ηλικία επίπεδα.Ο ασθενης θα πρέπει να μάθει να ζει με αυτήν και να ακολουθεί πιστά τις οδηγίες του γιατρού. Εφόσον ο γιατρός το κρίνει σκόπιμο θα συστήσει φαρμακευτική αγωγή με αντιυπερτασικά φάρμακα.Η επιλογή της αγωγής διαφέρει από ασθενή σε ασθενή, και γίνεται με γνώμονα  την ηλικία, τα συνοδά νοσήματα, τη βαρύτητα της πάθησης και τυχόν αλλεργίες που έχει ο εκάστοτε ασθενής.

Στην περίπτωση των ασθενών με ελαφριά μορφή υπέρταση, δεν δίνεται θεραπεία αλλά συνιστάται η αλλαγή του τρόπου ζωής και των διατροφικών συνηθειών.

Η αλλαγή του τρόπου ζωής μπορεί να μειώσει την υψηλή αρτηριακή πίεση όσο ένα αντιυπερτασικό φάρμακο. Επίσης ο κίνδυνος να εμφανιστεί υπέρταση είναι πολύ μικρότερος όταν υιοθετούμε τις παρακάτω συμπεριφορές:

  • Ακολουθούμε μια ισορροπημένη διατροφή, πλούσια σε φρούτα και λαχανικά.
  • Διατηρούμε φυσιολογικό σωματικό βάρος.
  • Ασκούμαστε.Γρήγορο περπάτημα τουλάχιστον δυόμιση με τρεις ώρες την εβδομάδα.
  • Μειώνουμε την πρόσληψη του αλατιού έως και την πλήρη αποφυγή του.
  • Διακόπτουμε το κάπνισμα.
  • Αποφεύγουμε την κατάχρηση αλκοόλ.
  • Περιορίζουμε την κατανάλωση τσαγιού και καφέ.
  • Αποβάλλουμε όσο μπορούμε το άγχος.

Διάγνωση και εξετάσεις

Συνήθως η διάγνωση γίνεται μέσω μετρήσεων της ΑΠ από το γιατρό.Η επίσκεψη στο ιατρείο περιλαμβάνει την κλινική εξέταση και την καταγραφή του πλήρους ιστορικού του ασθενή, καθώς επίσης και τη διερεύνηση άλλων παθήσεων που τυχόν υπάρχουν μέσω εργαστηριακού ελέγχου.

Ο εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει μέτρηση των ηλεκτρολυτών και έλεγχο της νεφρικής λειτουργίας, εξετάσεις αίματος και ούρων ως και απεικονιστικές εξετάσεις. Οι υπέρηχοι (Triplex νεφρικων αρτηριων) συνιστώνται σαν μέθοδος ελέγχου (screening test) για την αρχική διάγνωση της στένωσης και η αξονική ή μαγνητική αγγειογραφία,προκειμένου να διαπιστωθεί εάν πρόκειται για πρωτοπαθή ή δευτεροπαθή υπέρταση.

Δες πακέτα εξετάσεων.