Τα σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα (ή αφροδίσια)-ΣΜΝ είναι παθήσεις οι οποίες μεταδίδονται κυρίως (και όχι μόνο) με τη σεξουαλική επαφή. Η επαφή μπορεί να είναι κολπική, πρωκτική ή στοματική. Κάποια ΣΜΝ δεν μεταδίδονται μόνο με τη σεξουαλική επαφή, αλλά και μέσω δερματικής επαφής (μολυσματική τέρμινθος) ή επαφής με μολυσμένο αίμα (π.χ. ηπατίτιδα).

Από τα αφροδίσια νοσήματα κινδυνεύουν όλοι οι σεξουαλικώς ενεργοί άνθρωποι, ανεξαρτήτως σεξουαλικής συμπεριφοράς. Σίγουρα η συχνή εναλλαγή συντρόφων αυξάνει λογαριθμικά τον κίνδυνο σε κάποιο από τα νοσήματα αυτά. Η μονογαμική συμπεριφορά προστατεύει πραγματικά από την πιθανότητα νόσησης. Το προφυλακτικό αποτελεί μια μορφή προφύλαξης, ωστόσο δεν παρέχει 100% προστασία.Η χρήση προφυλακτικού, η πλύση των γεννητικών οργάνων μετά από κάθε επαφή και η επίσκεψη στο γιατρό αμέσως μόλις διαπιστωθεί κάποιο σύμπτωμα προτρέποντας και το σύντροφό του/της να κάνει το ίδιο, είναι η καλύτερη πρόληψη για την αποφυγή και μετάδοση τέτοιων λοιμώξεων. Σε αρκετές περιπτώσεις η προσβολή από ένα ΣΜΝ ενδέχεται να μη γίνει αντιληπτή καθώς τα συμπτώματα μπορεί να είναι ασήμαντα ή και ανύπαρκτα με  αποτέλεσμα ο δυνητικά ασθενής να θέτει σε κίνδυνο, όχι μόνο τον εαυτό του, αλλά και το/τη σύντροφό του. Έστω και η υποψία προσβολής από τέτοιου είδους μεταδιδόμενη λοίμωξη πρέπει να οδηγεί στο γιατρό προκειμένου να γίνει έλεγχος που θα θέσει τη διάγνωση του νοσήματος και ακολούθως την παροχή της κατάλληλης θεραπείας.

 Τα περισσότερα αντιμετωπίζονται εύκολα και γρήγορα, ενώ άλλα απαιτούν μεγαλύτερης διάρκειας θεραπεία.

Η δυσκολία στη σωστή διάγνωση των ΣΜΝ έγκειται στο γεγονός ότι τα περισσότερα παρουσιάζονται με παρόμοια συμπτωματολογία. 

Τα συμπτώματα είναι εξανθήματα, πληγές στην περιοχή των γεννητικών οργάνων, εξογκώματα πάνω ή γύρω από τα γεννητικά όργανα, ασυνήθιστη έκκριση υγρών (συνήθως παχύρευστα λευκοκίτρινα) από τον κόλπο και το πέος, φαγούρα, καθώς και πόνος ή κάψιμο κατά τη σεξουαλική επαφή ή την ούρηση.

 Σε κάθε περίπτωση, αν διαγνωστείτε με κάποιο ΣΜΝ οφείλετε να ενημερώσετε και τον/τους συντρόφους σας, ώστε να εξεταστούν κι εκείνοι αν έχουν κολλήσει και να λάβουν την κατάλληλη θεραπεία.Αν αφήσεις ένα αφροδίσιο νόσημα χωρίς θεραπεία αυξάνεται ο κίνδυνος να μεταδοθεί, καθώς και να προκαλέσει στειρότητα, οργανική ανεπάρκεια, συγκεκριμένους τύπους καρκίνου ή ακόμη και θάνατο σε κάποιες περιπτώσεις.

Τα πιο συχνά σεξουαλικώς μεταδιδόμενα νοσήματα είναι:

Γονόρροια (βλεννόρροια). Προκαλείται από το βακτηρίδιο Neisseria gonorrhoeae. Είναι το δεύτερο πιο συχνό σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα (ΣΜΝ) στην Ευρώπη.Προσβάλει το βλεννογόνο των γεννητικών οργάνων, όπως ο τράχηλος, η μήτρα και οι σάλπιγγες στις γυναίκες και η ουρήθρα στις γυναίκες και στους άνδρες. Μεταδίδεται σεξουαλικώς μέσω των γεννητικών οργάνων (πέος και κόλπος), του στόματος και του πρωκτού μολυσμένου ατόμου. Επιπλέον μεταδίδεται κατά τη διάρκεια του τοκετού από μολυσμένη μητέρα στο νεογνό.

Στους άντρες η λοίμωξη εκδηλώνεται με συμπτώματα ουρηθρίτιδας, δυσουρίας,  ουρηθρικές εκκρίσεις και σε σοβαρές περιπτώσεις με συμπτώματα επιδιδυμίτιδας. Στις γυναίκες η λοίμωξη είναι συχνά ασυμπτωματική. Σε συμπτωματικές γυναίκες τα συμπτώματα περιλαμβάνουν δυσουρία, κολπικές εκκρίσεις, κοιλιακό άλγος και εμμηνόρροια. Συχνά η λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει πρωκτίτιδα και φαρυγγίτιδα.

Χωρίς θεραπεία η λοίμωξη μπορεί να προκαλέσει σοβαρές επιπλοκές και ιδιαίτερα στις γυναίκες, όπως η φλεγμονώδης νόσος της πυέλου, αποβολές στο πρώτο τρίμηνο, εξωμήτρια εγκυμοσύνη και στειρότητα.

Η θεραπεία της γονόρροιας απαιτεί τη χορήγηση αντιμικροβιακής αγωγής. Οι θεραπευτικές επιλογές για τη γονόρροια περιορίζονται συνεχώς εξαιτίας της ικανότητάς της να αναπτύσσει ανθεκτικότητα στα αντιβιοτικά. Επισημαίνεται η ανάγκη ορθής χρήσης των αντιβιοτικών και συστήνεται ο εργαστηριακός έλεγχος μετά τη θεραπεία σε όλους τους ασθενείς για να διαγνωστούν εμμένουσες λοιμώξεις και αναδυόμενη αντιβιοτική αντοχή. Συστήνεται καλλιέργεια 3 – 7 ημέρες μετά την ολοκλήρωση της αγωγής

Μυκόπλασμα – Ουρεάπλασμα, Χλαμύδια.  Δες σχετικό άρθρο

Σύφιλη.Η σύφιλη προκαλείται από το βακτήριο Treponema pallidum. Ο χρόνος επώασης της σύφιλης κυμαίνεται από 10-90 ημέρες (συνήθως 21 ημέρες).

Αναλογα με το κλινικό στάδιο που ανιχνεύεται η νόσος έχουμε: 

 1) Την πρωτογόνο σύφιλη που εκδηλώνεται κυρίως με ένα ή περισσότερα  ανώδυνα, περιγεγραμμένα έλκη (συφιλιδικά έλκη)που εμφανίζονται στη γεννητική, περινεϊκή, πρωκτική περιοχή , στο στόμα, στον. φαρυγγικό βλεννογόνο ή οπουδήποτε αλλού.  

 2.Την Δευτερογόνο σύφιλη: Εκδηλωνεται με τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα ευρήματα: α)Διάχυτο κηλιδοβλατιδώδες εξάνθημα που εκδηλώνεται συχνά στις παλάμες και τα πέλματα.  β)Γενικευμένη λεμφαδενοπάθεια. γ)Πλατέα κονδυλώματα. δ)Εξάνθημα. ε)Διάχυτη αλωπεκία.

3.Την Πρώιμη λανθάνουσα σύφιλη (<1 έτος): Ιστορικό συμπτωμάτων συμβατών με εκείνα των πρώιμων σταδίων της σύφιλης εντός των προηγούμενων δώδεκα μηνών.

4.Όψιμη λανθάνουσα σύφιλη (>1 έτος):Κάθε άτομο που ικανοποιεί τα εργαστηριακά κριτήρια (ειδικές ορολογικές δοκιμές).

Η Συγγενής σύφιλης  πιθανώς να εμφανιστεί κατά την εγκυμοσύνη (μετά την 16η – 18η εβδομάδα) ή κατά τον τοκετό. Ειναι μεγιστης σημασιας να εκτελουνται σαν ρουτίνα τα screening tests για την συφιλη κατα την εγκυμοσυνη.Τα δύο τρίτα των συφιλιδικών νεογνών γεννιούνται χωρίς συμπτώματα. Τα συνήθη συμπτώματα είναι πιθανό να αναπτυχθούν αργότερα κατά την διάρκεια των δύο πρώτων χρόνων της ζωής. 

Διάγνωση γίνεται με Ορολογικό έλεγχο για τη σύφιλη και περιλαμβάνει τις εξετάσεις VDRL RPR και FTA-ABS και έλεγχο των IgM αντισωμάτων με ανοσοενζυμικές τεχνικές,με Ανοσοφθορισμό και με ανεύρεση του Treponema pallidum σε εκκρίματα τραυμάτων ή στους ιστούς της βλάβης  με Μοριακή Τεχνική (PCR).

 Τα αντισώματα δεν εμφανίζονται στον ορό μέχρι 3 έως 4 εβδομάδες μετά την εμφάνιση του συφιλιδικού έλκους. Οι εξετάσεις VDRL και RPR είναι δοκιμασίες αρχικού ελέγχου (screening tests)και έχουν υψηλά ποσοστά ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων.Λόγω αυτού του υψηλού ποσοστού οποιαδήποτε θετική VDRL ή RPR  πρέπει να ακολουθείται με επιβεβαιωτική δοκιμασία, όπως την TPHA και τα FTA-ABS που προσδιορίζουν τα ειδικά αντισώματα έναντι του Treponema pallidum. Η εξέταση FTA-ABS είναι η πιο ευαίσθητη δοκιμασία. 

Στα πρώτα στάδια της λοίμωξης η σύφιλη αντιμετωπίζεται και θεραπεύεται εύκολα. Αν δεν θεραπευτεί, μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρά προβλήματα υγείας.

Έρπης των γεννητικών οργάνων.Τελευταίες απόψεις πιστεύουν ότι δεν υπάρχει  σαφής διαχωρισμός μεταξύ HSV-1 και HSV-2 όσον αφορά στην πρόκληση του έρπητος των γεννητικών οργάνων. Η διάγνωση γίνεται με κλινική εξέταση και εργαστηριακή εξέταση για HSV 1 και 2. Δεν θεραπεύεται εντελώς. Παραμένει στον οργανισμό σε λανθάνουσα μορφή και επανεμφανίζεται όταν το ανοσοποιητικό σύστημα είναι εξασθενημένο.Συνήθως χορηγούνται αντιιικά φάρμακα για την ανακούφιση των συμπτωμάτων.

Τριχομονάδες. Η μόλυνση οφείλεται στο παράσιτο Trichomonas vaginalis και η βασικότερη εστία μόλυνσης στις γυναίκες είναι ο κόλπος ενώ στους άνδρες η ουρήθρα. Μεταδίδεται με τη σεξουαλική επαφή. Η διάγνωση γίνεται με αμεση μικροσκοπικη εξεταση και καλλιέργεια κολπικού ή ουρηθρικού υγρού,Η θεραπεία περιλαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και πρέπει να λαμβάνεται και από τον ερωτικό σύντροφο. 

HPV (νόσος των ανθρωπίνων κονδυλωμάτων). Μεταδίδεται μέσω επαφής με την πάσχουσα περιοχή. Κάποια στελέχη του θεωρούνται υπεύθυνα τον καρκίνο του τραχήλου της μήτρας και γενικότερα καρκινογένεσης. Η διάγνωση γίνεται με μοριακή εξέταση (PCR) στο επίχρισμα από την ύποπτη περιοχή. Μπορεί να χρειαστεί κολποσκόπηση,ουρηθοσκόπηση ή κολονοσκόπηση.Αντιμετωπίζεται με λέιζερ, κρυοπηξία και χειρουργική αφαίρεση.  Δες σχετικό αρθρο

Φθειρίαση του εφηβαίου. 

Μολυσματική Τέρμινθος Η μολυσματική τέρμινθος είναι μία συχνή ιογενής πάθηση που προσβάλλει το δέρμα. Επηρεάζει άτομα κάθε ηλικίας, κυρίως όμως προσβάλλει τα παιδιά από ενός ως 10 ετών, τους σεξουαλικά ενεργούς ενήλικες και όσους έχουν εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα. Εμφανίζεται με μικρά σπυράκια, που μοιάζουν με ογκίδια, ελιές ή μαργαριτάρια. Είναι στρογγυλές, λευκές και γυαλιστερές βλατίδες (θολωτές) με ομφαλωτό κέντρο, που περιέχουν ένα παχύρρευστο υλικό, το σωμάτιο της τερμίνθου. Πολλοί γονείς μπερδεύουν τη μολυσματική τέρμινθο με τη µυρµηγκιά ή με την σταφυλοκοκκική λοίμωξη. Συνήθως μεταδίδεται με δερματική επαφή (συχνά μέσω του σεξ στους ενήλικες για αυτο θεωρειται και σεξουαλικώς μεταδιδόμενο νόσημα) αλλά και με κοινά χρησιμοποιούμενα αντικείμενα όπως ρούχα, πετσέτες, σεντόνια κ.λπ. Επίσης μπορεί να μεταδοθεί από το βρώμικο νερό και από την άμμο στην οποία ξαπλώνουμε το καλοκαίρι. Εµφανίζεται πιο συχνά σε παιδιά που αθλούνται σε κολυµβητήρια και γυµναστήρια αλλά και σε παιδιά που πάσχουν από ξηροδερµία.Εάν παρουσιάσετε μολυσματική τέρμινθο, πρέπει να επισκεφθείτε δερματολόγο.Σε αρκετές περιπτώσεις η θεραπεία δεν είναι αναγκαία,καθώς η νόσος υποχωρεί από μόνη της και δεν αφήνει ουλές (ο οργανισμός αναπτύσσει αντισώματα στον ιό). Αν οι κηλίδες αρχίσουν να ερεθίζονται ή να δημιουργούνται πληγές, πρέπει να ζητηθεί η βοήθεια δερματολόγου. Ορισμένες φορές όμως η νόσος μπορεί να διαρκέσει ακόμη και χρόνια, κυρίως σε παιδιά με τάση για έκζεμα ή σε ανοσοκατεσταλμένα άτομα

Οι θεραπευτικές επιλογές βασίζονται στον αριθμό, το μέγεθος, την εντόπιση και την ηλικία του ασθενούς, και είναι:Κρυοθεραπεία με υγρό άζωτο και με τη χρήση βαμβακοφόρου στυλεού(μέθοδος εκλογής για τα παιδιά).Εξαγωγή των σωματίων με σύνθλιψη των βλαβών και στη συνέχεια εφαρμογή βάμματος ιωδίου.Διαθερμοπηξία που επιτυγχάνει άμεση αφαίρεση των βλαβών με τοπική αναισθησία. Laser CO2 που προκαλεί στοχευμένη εξάχνωση των βλαβών.

Ηπατίτιδα Β  και C.  Δες σχετικό άρθρο

HIV I,II.(AIDS)Δες σχετικό άρθρο